twitbolism
Η επιστολή του Φιλανδού
(απάντηση στην επιστολή μιας φίλης)
Σου στέλνω μερικές σκέψεις που μου γέννησε η «επιστολή ενός Φιλανδού μαθητή προς έναν Έλληνα φίλο του». Την είχα λάβει και απ’ αλλού , λίγες μέρες νωρίτερα. Ήταν τόσο τέλεια που με προβλημάτισε. Έχω κάποιου είδους αλλεργία με τις καλογυαλισμένες περιγραφές. Πιστεύω ότι έχουν θέση μόνο στις εκθέσεις αυτοκινήτων. Παρατηρώ ότι τα μιμίδια της επιστολής διασπείρονται ταχέως στο ελληνόφωνο διαδίκτυο. Ας σπείρω λοιπόν και τα δικά μου.
Η επιστολή του Φιλανδού μαθητή προς τον «φίλο» του Έλληνα είναι μάλλον εγχώριας κατασκευής. Πολύ πιθανόν από κάποιον ή κάποιους εκ των παχυλά αμειβόμενων συμβούλων του υπουργείου παιδείας, οι οποίοι ελλείψει πρωτότυπων ιδεών κοιτούν να αντιγράψουν κακήν κακώς κάποιο εκπαιδευτικό σύστημα του εξωτερικού, μη αντιλαμβανόμενοι ότι αντιγραφές τέτοιου είδους δεν γίνονται. Είναι σαν να πιστεύει κανείς ότι η ελληνική χαλυβουργία μπορεί να γίνει ισάξια της γερμανικής αντιγράφοντας απλά τις πρακτικές της – δυστυχώς κάτι τέτοιο μπόρεσαν να το πετύχουν οριακά χώρες όπως η Ιαπωνία η οποία είχε και αυτή μεγάλη παράδοση στη μεταλλουργία, αλλά, κυρίως, επειδή είχε αντίστοιχη εργασιακή νοοτροπία. Επειδή οι Φιλανδοί αριστεύουν στις εξετάσεις ελέγχου των εκπαιδευτικών συστημάτων που οργανώνονται στο πλαίσιο του προγράμματος PISA (Programme for International Student Assessment) του ΟΟΣΑ, οι «σοφοί» του υπουργείου πιστεύουν ότι μπορούν να τους κοπιάρουν, και ξεκίνησαν προλειαίνοντας το έδαφος με άτεχνη προπαγάνδα. Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι το PISA έχει δεχθεί βολές, από Ιάπωνα ερευνητή μάλιστα, ο οποίος εξετάζει και την περίπτωση των Φιλανδικών επιτυχιών.
Κανονικά δεν θα διέθετα χρόνο στο σχολιασμό του κειμένου – το γεγονός και μόνο της αναφοράς ότι ένας μαθητής Γυμνασίου (… εγώ προετοιμάζομαι του χρόνου να πάω στο Lyseo – Λύκειο …) διδάσκεται Αρχαία Ελληνικά (… μαθαίνω αρχαία ελληνικά …) και Λατινικά (… ο καθηγητής μου των λατινικών έχει στην τάξη του και έναν οικιακό κινηματογράφο …) δείχνει ότι ο συντάκτης πάνω στον οίστρο του έχασε κάθε μέτρο και έκαψε το κείμενο του τσάμπα (ακόμη και στα πιο posh private schools της Βρετανίας δεν υπάρχει περίπτωση να διδάσκονται Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά στο Γυμνάσιο – πόσο μάλλον στην Φιλανδία). Επειδή όμως στα χρόνια που δούλεψα στην εκπαίδευση έζησα διαφόρων ειδών εκστρατείες προώθησης «καινοτόμων λύσεων», αλλά, κυρίως, παρατήρησα την ευκολία με την οποία οι λύσεις αυτές καταπινόντουσαν αμάσητες τόσο από την ευρύτερη κοινωνία, όσο και μεταξύ των συναδέλφων, σκοπεύω να αναπτύξω λίγο παραπάνω τις σκέψεις μου περί την «επιστολή». Δεν έχω γνώση των αναλυτικών εργαλείων των φιλολόγων, πλην όμως το κείμενο είναι τόσο ανοικτό υφολογικά και ιδεολογικά που μόνο με αλάνα μπορεί να παρομοιαστεί.
Ένα προπαγανδιστικό κείμενο ξεχωρίζει από την καθαρότητα του χώρου ή των ιδεών που περιγράφει. Με Πλατωνικά μέτρα (για να παρακολουθήσουμε τα γούστα του «επιστολογράφου») θα έλεγε κανείς ότι το Φιλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα βρίσκεται ΕΞΩ από το σπήλαιο! Τα πάντα είναι ιδανικά: Απόλυτη ισότητα μεταξύ των μαθητών (κάτι για το οποίο όντως η Φιλανδία μπορεί να περηφανευτεί – αν και οι διαφορές που προκύπτουν από το επίπεδο της κάθε οικογένειας είναι αδύνατο να εξομαλυνθούν στο σχολείο), έλλειψη σχολικής βίας (όχι απολύτως ακριβές), έλλειψη γκράφιτι στους τοίχους (περισσότερο η επιθυμία ενός ενήλικα παρά ενός μαθητή – απ’ όσο γνωρίζω το καλό graffiti τυγχάνει θερμής υποδοχής στη Φιλανδία, όπως και σε όλα τα μέρη του κόσμου). Ιδιαίτερη εντύπωση κάνουν οι παρατηρήσεις περί ισότητας και έλλειψης καταναλωτικών επιθυμιών: αρκούνται στα φτηνά αυτοκίνητα, οι μαθητές δεν έχουν κινητό (στη Nokialand!), υπάρχει κάτι σαν κοινοβιακή κουλτούρα (… σεβόμαστε και να εκτιμάμε ο ένας τον άλλον ανεξάρτητα από το πόσα λεφτά έχει ο μπαμπάς …). Δηλαδή στη Φιλανδία δεν υπάρχουν επιδειξίες, αμετροεπείς ή απλά μαλάκες που προβάλουν τα πλούτη τους. Επίσης δεν υπάρχουν φθόνος και ζήλια ενώ η αλληλοεκτίμηση τρέχει από τα μπατζάκια του συνόλου του πληθυσμού. Εξ όσων γνωρίζω η Φιλανδία ανήκει στον πλανήτη Γη και είναι καπιταλιστική χώρα. Αν είναι όλοι τόσο ολιγαρκείς όσο περιγράφει το κείμενο, δεν θα υπήρχε κατανάλωση πράγμα που αντιβαίνει στα υπάρχοντα στοιχεία. Επίσης η περιγραφόμενη φιλαλληλία μάλλον ανατρέπεται από τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα: το 19% της ακροδεξιάς δείχνει ότι ένας στους πέντε Φιλανδούς έχει σοβαρά προβλήματα αποδοχής της οποιασδήποτε ετερότητας (ακόμα και Φιλανδικής προέλευσης – αυτοαποκαλούνται «Πραγματικοί Φιλανδοί» υποδηλώνοντας τις επιφυλάξεις τους για το υπόλοιπο 81% του πληθυσμού).
Προσοχή: Δεν είναι στις προθέσεις μου να απαξιώσω το Φιλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα (απ’ ότι μαθαίνω είναι καλό, και μπράβο στους Φιλανδούς που τα ‘χουν καταφέρει τόσο καλά και στην εκπαίδευση και στην βιομηχανία και σε τόσους άλλους τομείς). Εκείνο που με τσιγκλάει είναι η παράστασή του ως όραμα, ως ιδεατό, ως κάτι που δεν το έχει ακουμπήσει η σκόνη της πραγματικότητας. Και η ενόχληση γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν πίσω απ’ αυτά ξεπροβάλει η εικόνα του συγγραφέα που ενώ δεν φαίνεται να έχει και ιδιαίτερες σχέσεις με τις πραγματικότητες και τις δυσκολίες της εκπαίδευσης στον πραγματικό κόσμο, μάλλον του έχει εκχωρηθεί η εξουσία να προωθήσει άλλη μια μεταρρύθμιση. Αμφιβάλω αν μάθουμε ποτέ τον πραγματικό συντάκτη, θα μπορούσε όμως κάλλιστα να είναι ιερέας ή εν πάση περιπτώσει κάποιος που εκ συστήματος γράφει χωρίς ανατροπές και παρεκκλίσεις από το ορθόδοξο υπόστρωμα: αυτή η περιγραφή ανθρώπων χωρίς πάθη, κοινωνίας χωρίς διαφορές και συστήματος χωρίς τριβές απαντάται μόνο στα κηρύγματα. Λίγο βέβαια θα με απασχολούσε αν τα κηρύγματα αυτά ήταν ανιδιοτελή. Αλίμονο, όπως οι ναοί καταλαμβάνονται συχνά από αργυραμοιβούς έτσι και οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις μεταφράζονται σε πάρα πολύ χρήμα που δεν οδηγείται στα σχολεία, αλλά στις τσέπες ιδιωτών (εκδοτών, συγγραφικών ομάδων και επιτροπών κρίσεως των βιβλίων, οργανωτών πολυδάπανων και συνήθως αντιπαραγωγικών σεμιναρίων κ.λπ.).
Επιμένοντας στα οικονομικά, μου έκανε εντύπωση η αναφορά στις αμοιβές των καθηγητών. Συνήθως αυτές βρίσκονται κοντά στον μέσο όρο των εθνικών αμοιβών. Μια πρόχειρη έρευνα στα άρθρα της Wikipedia για τις οικονομίες της Φιλανδίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας μας ενημερώνει ότι οι καθαρές μέσες αμοιβές στη Φιλανδία είναι ελαφρώς ανώτερες από τις αντίστοιχες της Γερμανίας και πολύ παραπάνω από εκείνες της Γαλλίας. Ανακριβώς λοιπόν μας πληροφορεί ο «επιστολογράφος» ότι «οι δάσκαλοί μας παίρνουν πολύ λιγότερα λεφτά από τους Γερμανούς και τους Γάλλους, δεν έχουν το καλύτερο αυτοκίνητο, αλλά όμως αυτό δεν τους εμποδίζει να αγαπούν αυτό που κάνουν». Απ’ ότι φαίνεται, αυτό το περί διαφοράς αμοιβών μάλλον αφορά τους κακοπληρωμένους Έλληνες εκπαιδευτικούς και όχι του Φιλανδούς. Και αυτό γιατί δεν είναι απίθανο το κείμενο να είναι γραμμένο από κάποιον καρεκλοκένταυρο του υπουργείου με καθηγητικό πτυχίο, που φρόντισε όμως να τρέξει μακριά από τις αίθουσες διδασκαλίας και να τρυπώσει στη γραφειοκρατία της εκπαίδευσης. Αυτή τη γραφειοκρατία που μισεί με όλη της τη ψυχή τους μαχόμενους εκπαιδευτικούς και δεν χάνει ευκαιρία να τους διαβάλει είτε με απευθείας επιθέσεις είτε με μπηχτές όπως το παραπάνω «αγαπούν αυτό που κάνουν» (οι κακοπληρωμένοι Φιλανδοί – που δεν είναι καθόλου κακοπληρωμένοι!), ενώ οι Έλληνες δεν το αγαπούν …
Το κείμενο ανήκει σε εκείνο το είδος που για αναδείξει τις αδυναμίες μας, παρουσιάζει έναν ιδανικό «αντίποδα». Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η παρουσίαση της Φιλανδίας ως χώρας αδιάφθορων. Είναι γεγονός ότι οι βοριοευρωπαϊκές χώρες έχουν σαφώς καλύτερες επιδόσεις σε θέματα διαφάνειας σε σχέση με τις αντίστοιχες του νότου της ηπείρου. Αυτό φυσικά δεν έχει να κάνει με κάποια γενετική αδυναμία των μεσογειακών πληθυσμών αλλά με την ιστορική πορεία των λαών και με το κατά πόσο οι διάφορες περιοχές βρίσκονταν κοντά στα κέντρα των μεγάλων κινημάτων της νεωτερικότητας (επιστημονική επανάσταση, διαφωτισμός κ.λπ.). Οι χώρες του βορρά ζυμώθηκαν μέσα σε αυτά τα κινήματα, οπότε και οι θεσμοί τους είναι ισχυρότεροι και πολύ καλύτερα εμπεδωμένοι από τους πληθυσμούς τους. Ας ήμαστε λοιπόν επιφυλακτικοί στην προβολή ευκολοχώνευτων ηθικών δίπολων (διεφθαρμένη Ελλάδα – άμωμη εσπερία). Ότι δεν έχει προλάβει να ζυμώσει η Ιστορία δεν μπορεί να το ψήσει το κήρυγμα. Εξάλλου οι ηθικές κρίσεις αποκτούν νόημα όταν αναφέρονται σε άτομα και όχι σε πολύ μεγάλες ομάδες (ιδιαίτερα σε ολόκληρους λαούς). Οι γενικεύσεις σε αυτές τις περιπτώσεις ενισχύουν απλώς τα στερεότυπα και ενέχουν τον κίνδυνο της δημιουργίας αντιπαλοτήτων, εκεί που δεν συντρέχει λόγος. Δεν είναι μάλιστα σπάνιο, οι πρωθιερείς της κάθαρσης και οι κήρυκες των εκστρατειών κατά της διαφθοράς να είναι κεντρικοί παράγοντες σε άνομα κυκλώματα. Πάντως η πρόσφατη ειδησεογραφία περί της ύπαρξης κυκλώματος αλλοίωσης μεγάλου μέρους του Φιλανδικού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος, μας θυμίζει ότι ο οδοστρωτήρας της πραγματικότητα καιροφυλακτεί να ισοπεδώσει τις ατσαλάκωτες εικόνες και τα αγιοποιημένα συστήματα.
Υπάρχουν και υφολογικά στοιχεία του κειμένου που καθιστούν απίθανο να είναι γραμμένο από ένα μικρό παιδί: ένας μαθητής απευθυνόμενος σε συνομήλικο του είναι πολύ πιθανότερο να γράφει ελαφρότερα και κυρίως να παρουσιάζει το θέμα του αστειευόμενος. Η έλλειψη χιούμορ είναι ένδειξη της ασχετοσύνης του συντάκτη σχετικά με τον τρόπο που εκφράζονται τα παιδιά (ιδιαίτερα τα έξυπνα). Ένας πραγματικός μαθητής θα έκανε πνεύμα το οποίο μάλιστα θα στρεφόταν κατά του ιδανικού συστήματος που υποτίθεται ότι βιώνει: ένα έξυπνο παιδί που αλληλογραφεί με κάποιον συνομήλικο του στο εξωτερικό ξέρει πως λίγη αποδόμηση (ιδιαίτερα για κάτι που θεωρούμε σπουδαίο) βοηθάει να περάσει καλύτερα το μήνυμα. Φαίνεται όμως πως ο συντάκτης όχι μόνο δεν είναι παιδί, όχι μόνο δεν έχει εμπειρίες από παιδιά σχολικής ηλικίας, αλλά κυρίως έχει ξεχάσει ότι τα παιδιά αποφεύγουν τους κούφιους ηθικισμούς γιατί κινδυνεύουν να γίνουν αντικείμενα χλεύης ή ακόμη και θύματα σωματικής βίας από τους συνομηλίκους τους (και ας είναι σίγουρος ότι και στη Φιλανδία πέφτουνε σφαλιάρες στους δήθεν και στους ψεύτικους). Το μόνο παιδικό που φαίνεται να διατηρεί ο συντάκτης είναι η επιπολαιότητα να σχεδιάζει κάτι για το οποίο δεν έχει ιδέα. Κάτι το οποίο θα ακριβοπληρώσουμε όλοι και κυρίως οι μαθητές πάνω από τους οποίους θα περάσει άλλη μια μεταρρύθμιση που θα τα αλλάζει όλα, αφήνοντάς τα ίδια.
Ας αυτοαναιρεθώ στιγμιαία και ας υποθέσω ότι το κείμενο γράφτηκε στο εξωτερικό. Ωραία! Σε ποια γλώσσα άραγε; Στα Φιλανδικά (που μάλλον δεν γνωρίζει ο παραλήπτης) ή στα Αγγλικά; Βεβαίως δεν είναι απίθανο ένας μαθητής γυμνασίου που μαθαίνει αρχαία ελληνικά και λατινικά, δέχεται σε μεγάλες ποσότητες Πλατωνική σοφία και επικαλείται στην εισαγωγή του μια επιστολή του Επίκουρου προς το φίλο μου Μένοικο (το σωστό είναι Μενοικέα), να γνωρίζει φαρσί τα νεοελληνικά σε σημείο που να μας αφήνει κάγκελο. Αν όμως, όπως συνηθίζεται σ’ αυτού του είδους την αλληλογραφία, το αρχικό κείμενο είναι γραμμένο στα Αγγλικά, τότε τα ίχνη του χάθηκαν από το διαδίκτυο ως δια μαγείας: όλες μου οι προσπάθειες εύρεσης τμημάτων του κειμένου στα Αγγλικά απέβησαν άκαρπες. Τολμώ να εικάσω ότι βρίσκομαι μπροστά σε μια ισχυρή ένδειξη της απόλυτης ελληνικότητας του κειμένου.
Εντυπωσιακές είναι και οι αναφορές του υπερβόρειου μαθητή στις σχολικές βαθμίδες του φιλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος με τα τυπικά τους ονόματα: «Alaaste», «Yia-ste» κ.λπ. (ονόματα που παρεμπιπτόντως δεν βρήκα στο σχετικό με το εκπαιδευτικό σύστημα της Φιλανδίας άρθρο της Wikipedia). Μπράβο του που γνωρίζει και αυτά που πέρασε αλλά και αυτά που τον περιμένουν σε γενική και τεχνική, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τουλάχιστον σ’ αυτό μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα: τέτοια εποπτεία του εκπαιδευτικού συστήματος δεν την έχουν ούτε οι καθηγητές στη δική μας περίπτωση (βέβαια, είπαμε, οι έλληνες καθηγητές είναι πασατέμπος μπροστά στους αντίστοιχους της αλλοδαπής).
Ένα άλλο στοιχείο του κειμένου που μάλλον προδίδει την ελληνική του προέλευση (και μάλιστα γεννά υποψίες ότι έχει στηριχθεί σε πολύ παλαιότερο κείμενο εκπαιδευτικής χρηστοήθειας με συντάκτη εντελώς ανυποψίαστο περί τα φιλανδικά πράγματα) είναι η αναφορά στις κάρτες δανεισμού που χρησιμοποιούνται στις δημόσιες βιβλιοθήκες. Είναι αλήθεια ότι ο θεσμός των δημόσιων (δημοτικών) βιβλιοθηκών στην Φιλανδία είναι ισχυρός. Φαίνεται πάντως απίθανο ένας μαθητής (δηλαδή ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της νέας γενιάς) να αναγκάζεται να πηγαίνει στη βιβλιοθήκη σε μια χώρα που έχει ευρύτατη (περίπου 85%) διείσδυση των υπηρεσιών του διαδικτύου στον πληθυσμό της και η οποία μάλιστα πρόσφατα, όρισε με νόμο ότι η ύπαρξη ευρυζωνικής σύνδεσης στην κατοικία του κάθε πολίτη της αποτελεί βασικό του δικαίωμα. Ας μην επιμείνω όμως σ’ αυτό. Ας επιτρέψω στον εαυτό μου την πολυτέλεια της φαντασίωσης μαθητών (έστω και Φιλανδών) που διαβάζουν κάτι εκτός οθόνης …
Αντιλαμβάνομαι ότι μακρηγορώ, θα κατάλαβε όμως και ο αναγνώστης ότι έχω τους λόγους μου. Συνεχίζω λοιπόν με μια ακόμη παρατήρηση. Ο Seymour Papert, μαγνητοφωνημένη ομιλία του οποίου παρακολούθησαν ο «επιστολογράφος» μετά των γονέων του, είναι κατάκοιτος από τον Δεκέμβρη του 2006 μετά από σοβαρό ατύχημα. Η ομιλία που αναφέρουν θα είναι κάποια (παλιά) από αυτές που συνήθως παρακολουθούν επαγγελματίες της εκπαίδευσης και όχι μαθητές και γονείς. Το τμήμα που παρατίθεται κινείται στα όρια του προφανούς για κάποιον που έχει εκπαιδευτική εμπειρία, αποτελεί όμως αποκάλυψη για έναν άσχετο γραφειοκράτη της εκπαίδευσης – εξ ου και η παράθεσή του. Ανεξάρτητα απ’ αυτά, ο Papert προωθούσε ένα σύστημα εκπαίδευσης που στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στην πρωτοβάθμια και το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που ονομάζεται «Φιλανδικό μοντέλο». Στη χώρα μας οι ιδέες του Papert μεταφέρθηκαν κακοχωνεμένες στην διδασκαλία της Πληροφορικής στη Γ’ Γυμνασίου (πολύ αργά στον διδακτικό κύκλο, κατά τη γνώμη μου) και από βοήθεια κατάντησαν εμπόδιο στην ανάπτυξη μιας σοβαρής διδασκαλίας της πληροφορικής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Είναι πέρα από τις δυνατότητές μου η ερμηνεία των χαμηλών επιδόσεων της Ελλάδας σε θέματα εκπαίδευσης και όχι μόνο. Θα περιοριστώ να καταθέσω την εκτίμηση ότι δεν εκμεταλλευτήκαμε τα χρόνια της μεταπολίτευσης (για τα οποία έχω εμπειρία και γνώμη) με την απαιτούμενη σοβαρότητα. Η κομματικοποίηση του κράτους έφτασε σε τοξικά επίπεδα. Είχαμε δηλαδή εκ μέρους των κομμάτων εξουσίας μια τραγική επανάληψη των λαθών που είχαν γίνει παλιότερα από το παλάτι και τη χούντα: όποιος δεν είναι δικός μας δεν μπορεί να ασκήσει διοίκηση και, κυρίως, δεν ακούμε τις ιδέες του. Σημαντικές δυνάμεις περιθωριοποιήθηκαν με αποτέλεσμα η διοίκηση να αποξενώνεται όλο και περισσότερο από τις πραγματικές ανάγκες της ευρύτερης κοινωνίας. Κατά την υπηρεσία μου στο δημόσιο σχολείο αντιλήφθηκα ότι με την πάροδο των χρόνων όλο και μεγαλύτερο μέρος των διοχετευόμενων στην παιδεία οικονομικών πόρων δεν οδηγούνταν στα καίρια σημεία του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά σε υπηρεσίες, οργανισμούς και ινστιτούτα αμφιβόλου χρησιμότητας. Δεν είναι καθόλου απίθανο η «επιστολή» να είναι προϊόν κάποιου από αυτούς τους χώρους. Το «γλέντι» που με την ευκαιρία της κρίσης αποκαλύφθηκε στον χώρο της υγείας θα ήταν έκπληξη να μην το βρούμε και στην παιδεία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον στρεβλής χρηματοδότησης οι εκπαιδευτικές μονάδες καταλήγουν να μην έχουν τους απαιτούμενους χώρους, μέσα και υποδομές (κατ’ αντιστοιχία με τα νοσοκομεία που ενώ «ρουφάνε» εκατομμύρια καταλήγουν να μην έχουν μπαμπάκι) και είναι φυσικό η μάχη να χάνεται πιο συχνά από ότι θα μπορούσε να κερδηθεί (θεωρώντας όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς - και εννοώ κυρίως τη, με τα όποια προβλήματά της, στελέχωση).
Συμπληρωματικά, αισθάνομαι την ανάγκη να μεταφέρω στον αναγνώστη κάτι που μου έκανε πάντα εντύπωση: από μαθητής παραξενευόμουνα για τη μεγάλη ποσότητα παραμυθιάσματος που διαχεόταν σχεδόν σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής. Η χούντα πούλαγε το παραμύθι του περιούσιου έθνους. Με τη μεταπολίτευση είχαμε τις παραμυθίες του ηρωικού και κυρίαρχου λαού. Οι μαστόροι του παραμυθιάσματος είναι, εξ επαγγέλματος, οι παπάδες. Ακολουθούν πολιτικοί, ρηχοί αρχαιολάτρες, ψώνια διαφόρων κατηγοριών και πάει λέγοντας. Ήμουν παιδί και γέρασα, το θέαμα όμως παραμένει αναλλοίωτο: επίτιμοι καλεσμένοι ομιλιών και συνεδρίων (ακόμη και σχετικών με ιδιαίτερα τεχνικά θέματα όπως η κβαντική φυσική) είναι δεσπότες και άλλοι αεριτζήδες, ρασοφόροι ή κουστουμαρισμένοι. Αναρωτιέται κανείς αν βρίσκονται εκεί από φιλομάθεια ή ως επιτηρητές πιθανών ρωγμών στο σώμα της καθεστωτικά ορθόδοξης παραμυθίας. Είναι πράγματι εντυπωσιακό πόσο πολύ πουλιέται αλλά και, δυστυχώς, πόσο εύκολα αγοράζεται το παραμύθι σ’ αυτή τη χώρα: νέα οικονομία και χρηματιστήριο, ισχυρή Ελλάδα και Ολυμπιακοί αγώνες, ευρωπαϊκό προφίλ και ευρωπαϊκό νόμισμα. Κάθε μια από τις παραπάνω εντυπωσιακές προσόψεις παρουσιάζει (επιτέλους;) ρωγμές και καταρρέει μπροστά στα μάτια μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα γίνουμε μάρτυρες και άλλων κατακρημνίσεων. Εξάλλου, δεν είμαστε οι μοναδικοί. Θύματα μυθευμάτων, υπερενθουσιασμού και οικονομικών πομφολύγων υπάρχουν και στην αλλοδαπή. Πρώην τίγρεις κατάντησαν βρεγμένες γάτες, υπερδυνάμεις λυγίζουν κάτω από αβάσταχτα χρέη, κράτη υποδείγματα (π.χ. Ισλανδία) έγιναν παραδείγματα προς αποφυγή. Οι καιροί είναι πονηροί, το κλίμα ζοφερό και οι προοπτικές θολές. Ας μην επαίρονται λοιπόν αυτοί που γνωρίζουν την επιτυχία και ας μην βιάζονται αυτοί που ακολουθούν τα ίχνη των επιτυχημένων.
Ας μου επιτρέψει τέλος ο συντάκτης (ανεξάρτητα αν είναι κάτοικος Ελσίνκι ή Αθηνών) μια συμβουλή: Κράτα αποστάσεις ασφαλείας από τις υπερβολικές πλατωνικές επιρροές. Η προκοπή των βορείων που τόσο λιμπιζόμαστε προήλθε από άλλων παπάδων ευαγγέλια: Καρτέσιος, Νεύτωνας, Λοκ και Μάξγουελ είναι μερικοί από τους θεμελιωτές μιας αντιμετώπισης του κόσμου εντελώς ξένης απ’ αυτήν που ο τραγέλαφος της ελληνοορθοδοξίας πρεσβεύει. Όσο είμαστε προσκολλημένοι στην παραδοσιακή μας θεώρηση των πραγμάτων θα κρατάμε μεν την ιδιαιτερότητά μας, από την άλλη όμως θα παράγουμε ιδέες ασύμβατες με τα όποια δυτικοευρωπαϊκά οράματά μας. Να τα έχει υπόψη της αυτά και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου παιδείας και ας σταματήσει να περιμένει επιστολές απ' το εξωτερικό.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)






